Ο λόφος της Γορίτσας


Ο λόφος της Γορίτσας βρίσκεται στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου και αποτελεί ένα φυσικό μικρό ύψωμα περίπου 200μ, πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Καταλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης του Βόλου και συνορεύει νότια και δυτικά με την παραλιακή οδό Βόλου - Αγριάς, βόρεια και δυτικά με την πόλη του Βόλου και ανατολικά με το εργοστάσιο των τσιμέντων της ΑΓΕΤ. Βορειοδυτικά του λόφου απλώνεται η μεγάλη πεδιάδα της πόλης του Βόλου και νοτιοανατολικά η πεδιάδα της Αγριας και των Λεχωνίων. Ο λόφος στο βόρειο τμήμα του ενώνεται με ένα στενό λαιμό με τον κύριο ορεινό όγκο του Πηλίου.

Ιστορικά στοιχεία

Την σημαντική της γεωπολιτική θέση, φαίνεται πως οι κάτοικοι της περιοχής εκμεταλλεύτηκαν και σε εποχές προηγούμενες, των ιστορικών χρόνων. Με βεβαιότητα όμως αυτό συνέβη κατά τους ιστορικούς χρόνους και μάλιστα τον 4° αιώνα από τους Μακεδόνες επί Φιλίππου του Β', όπου κτίστηκε στο χώρο μεγάλη οχυρωμένη πόλη.
Το χαμηλότερο σημείο της κορυφογραμμής του λόφου, στο Β.Α, τμήμα του, εξασφάλιζε τη χερσαία επικοινωνία μεταξύ των δύο πεδιάδων. Για το λόγο αυτό συμπεριέλαβαν οι Μακεδόνες το συγκεκριμένο τμήμα εντός των τειχών και στις άκρες του δημιούργησαν τις δύο από τις τρεις σημαντικές πύλες της πόλης (Βόρεια και Ανατολική), έτσι ώστε να ελέγχουν πλήρως την διέλευση ανθρώπων και εμπορευμάτων. Η τρίτη πύλη ήταν εκείνη προς δυσμάς και κατέληγε στην θάλασσα. Μια τέταρτη, ελάσσονος όμως σπουδαιότητας πύλη, υπήρχε και στα νότια του τοίχους η οποία φαίνεται πως εξυπηρετούσε μόνο στρατιωτικούς σκοπούς.
Οι πληροφορίες που έχουν σχέση με τον λόφο της Γορίτσας και την εποίκιση της δεν είναι ξεκάθαρες. Η πόλη ανάλογα με τον ερευνητή και την εποχή που αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας, ταυτίστηκε με γνωστές πόλεις της περιοχής, όπως της Ιωλκού, της Δημητριάδος ή του Ορμινίου.
Στην προσπάθεια εξακρίβωσης της ταυτότητος της, αξιοποιήθηκαν πληροφορίες κυρίως γεωγραφικής και τοπογραφικής φύσεως από αρχαίες πηγές.
Μικρής κλίμακας ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν κατά το παρελθόν, σημαντικότερη των οποίων ήταν εκείνη των αρχαιόφιλων ιδιωτών θ. Πολυζώη και Ν. Βασιλάκου το 1931, και μάλιστα με ίδιες δαπάνες, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποκάλυψη του Προμαχώνα.

Συστηματικότερη έρευνα στο χώρο, σε επίπεδο αποτύπωσης και χαρτογράφησης του, πραγματοποιήθηκε στην δεκαετία του 1970 από ομάδα ολλανδών αρχαιολόγων με επικεφαλής τον ιστορικό S. Bakhuizen, ο οποίος και υποστήριξε την άποψη της μακεδονικής πόλης του 4ου αιώνα όπως ήδη έχει αναφερθεί.
Είναι άξιο προσοχής και μελέτης η θαυμαστή αξιοποίηση των φυσικών προτερημάτων του χώρου στην κατασκευή της πόλης, σε ότι αφορά τα μέτρα προστασίας της, αλλά και τις αρχές που ακολουθήθηκαν στο σχεδιασμό της γενικότερα. Αξιοποιήθηκαν τα γεωφυσικά δεδομένα του χώρου όπως η θέα και ο προσανατολισμός, και δομήθηκαν οικοδομικά τετράγωνα, δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι, με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο τα μειονεκτήματα της κλίσης του εδάφους αξιοποιώντας πλήρως τα πλεονεκτήματα της. Η πόλη οικοδομήθηκε με βάση το Ιπποδάμειο σύστημα.
Εικάζεται ότι την πόλη μπορούσαν να κατοικήσουν 3.000 με 3.500 άνθρωποι και στα οικοδομικά της τετράγωνα μπορούσαν να κτιστούν 400 με 450 σπίτια. Η πόλη που κατοικήθηκε από το 350 έως το 250 π.Χ. γρήγορα εγκαταλείφθηκε, όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής διέταξε αναγκαστικό εποικισμό της Δημητριάδας και ο χώρος ποτέ δεν ξανακατοικήθηκε.
Αυτό θα ήταν μια ευκαιρία διατήρησης της πόλης και της οχύρωσης της ως τις μέρες μας σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Δεν συνέβη όμως γιατί οι νέοι οικιστές των γύρω περιοχών χρησιμοποίησαν το προσφερόμενο εγκαταλελειμμένο οικοδομικό υλικό σαν πρώτη ύλη για τις ανάγκες τους.
Σήμερα ο χώρος της αρχαίας πόλης είναι ένα ανοικτό αρχαιολογικό μνημείο και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της οχύρωσης της, των ειδικών κατασκευών μέσα στα όρια της πόλης που κυρίως έχουν σχέση με την οργάνωση της και κάποιων κατασκευών εκτός των τειχών.
Σημαντικότερο όλων είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο Προμαχώνας. Πρόκειται για κορυφαίο οχυρωματικό έργο, του οποίου σώζεται στο ακέραιο η λίθινη βάση ύψους τριών μέτρων. Ο Προμαχώνας βρίσκεται στο υψηλότερο, εγγύτερο σημείο του λαιμού, που ενώνει τον λόφο με το Πήλιο και προστάτευε το πιο ευάλωτο σημείο της οχύρωσης όπως και τις δύο πύλες της πόλης τη Βόρεια και την Ανατολική.
Σε όλο το μήκος του περίπου τριών χιλιομέτρων τείχους έχει καταμετρηθεί μία σειρά από άλλους 32 πύργους μικρότερης κατασκευαστικής αξίας, σε άνισες αποστάσεις, που συμπλήρωναν την οχύρωση της πόλης και αυτό γιατί η φυσική οχύρωση του λόφου στα συγκεκριμένα σημεία δεν απαιτούσε μεγάλης κλίμακας έργα. Σε όλο αυτό το μήκος σώζονται σήμερα τμήματα αρκετών από τους πύργους αυτούς. Ίχνη εντοπίζονται επίσης και από τις πύλες.
Εντός της πόλεως σημαντική θέση κατέχει ο χώρος της Ακρόπολης, που καταλαμβάνει έκταση 135 μέτρων μήκους επί 80 μέτρων πλάτους και είχε μια δεύτερη οχύρωση. Στο χώρο της Ακρόπολης διαπιστώθηκε η ύπαρξη 5 δεξαμενών ύδατος καθώς και τμήματα του αποχετευτικού αγωγού της αρχαίας πόλης. Η σημερινή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής αποτελεί παράδειγμα του τρόπου που χρησιμοποιήθηκε το έτοιμο υλικό της αρχαίας πόλης. Συνεχίζοντας στην κορυφογραμμή του λόφου, βορειοδυτικά της Ακρόπολης βρίσκεται ο δεύτερος σε σπουδαιότητα πύργος.
Σημαντικό επίσης οχυρωματικό έργο είναι η εξέδρα που βρίσκεται έξω από τη μικρή, δευτερεύουσας σημασίας νότια πύλη.
Στο εσωτερικό της πόλης, κυρίως μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1996, εντοπίζονται σχετικά εύκολα ίχνη των θεμελίων των κτιρίων και κάποιες από τις κατασκευές των κοινόχρηστων χώρων όπως είναι η κυκλική και η τετράγωνη κατασκευή στην τριγωνική πλατεία, και η υπόγεια στοά γνωστότερη με το όνομα "λαγούμι" που έχει ερευνηθεί σε μήκος 60,0μ.
Εκτός των τειχών σημαντικής αξίας είναι το ταφικό μνημείο έξω από την δυτική πύλη, το σπήλαιο του θεού Διός του Μειλιχίου κάτω από ανατολική πύλη και τα σημαντικά και οργανωμένα λατομεία προς βορρά του λόφου, προς το Πήλιο. Λατομεία συναντάει κανείς τοπικά και στο εσωτερικό της πόλης, όπως κοντά στην δυτική πύλη και στη βάση του μεγάλου πύργου στην κορυφογραμμή του λόφου.
Η υδροδότηση της πόλης με κατάλληλο πόσιμο νερό και η κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της γινόταν από πηγή που βρισκόταν σε απόσταση περισσότερη των τριών χιλιομέτρων και σε υψόμετρο 290 μ. και μέσω ενός αγωγού λαξευμένου στο βράχο. Στις δεξαμενές αποθήκευαν νερό το οποίο χρησιμοποιούσαν όταν λόγοι ανάγκης το επέβαλαν.
Η πόλη τέλος είχε δύο νεκροταφεία, ένα πάνω από τα νεώτερα λατομεία του 19ου αιώνος και το άλλο στην πεδιάδα της Αγριάς.
Σχέση του λόφου με τους αρχαίους οικισμούς της περιοχής
Η πλούσια σε μυθολογική παράδοση ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Βόλου είχε διαρκή κατοίκηση σε όλες σχεδόν τις περιόδους. Οι αρχαίοι οικισμοί της περιοχής από το τέλος του περασμένου αιώνα αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης πολλών και σημαντικών ερευνητών.
Οι πιο κοντινοί με το λόφο της Γορίτσας αρχαίοι οικισμοί στους οποίους έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφικές εργασίες είναι: ο οικισμός στη συνοικία "Παλιά" του Βόλου, ο νεολιθικός και μυκηναϊκός οικισμός στο Διμήνι, ο μυκηναϊκός οικισμός στη θέση "Πευκάκια", ο αρχαίος οικισμός των Παγασών και η πόλη της Δημητριάδας και ο αρχαίος οικισμός των Αμφανών στη θέση "Σωρός". Σε μεγαλύτερη απόσταση συναντάει κανείς το νεολιθικό οικισμό του Σέσκλου.

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ

Ο επί του λόφου της Γορίτσας Ναός της Ζωοδόχου Πηγής, συνδέεται με τις πιο πηγαίες, τις πιο γνήσιες λαϊκές θρησκευτικές πεποιθήσεις όχι μόνο της περιοχής της Ιωλκού, αλλά και της ευρύτερης, ακόμη δε και αυτής της θεσσαλικής ενδοχώρας.
Όπως, μάλιστα, σημειώνει στο βιβλίο του "Η Ιστορία του Βόλου", ο Δημήτρης Κ. Τσοποτός, το "άγιασμα της Γορίτσας φαίνεται αναγόμενον εις αρχαίαν ή και αρχαιοτάτην παράδοσιν θρησκευτικήν".
Ο ίδιος δε, για να ενισχύσει την άποψη του αυτήν, επικαλείται τους εκ Μηλεών Δημητριείς (Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριο Κωνσταντά) και ειδικότερα τις αναφορές που κάνουν στη "Νεωτερική Γεωγραφία" τους (1791), σύμφωνα με τις οποίες μέσα εις την περιοχή της Γορίτσας "είναι και ένα ερείπιο εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής και μία στέρνα οπίσω από το ιερόν, αρκετά βαθιά, εις την οποία την ημέρα της εορτής, ευγαίνει αγίασμα και μαζόνονται δι αυτό απ' όλα τα πέριξ".
Μήπως οι Δημητριείς περιγράφουν άλλο τι απ' αυτό που και σήμερα συμβαίνει; Ακατάλυτοι οι θρησκευτικοί δεσμοί που συνέχουν όλες τις γενιές των Ελλήνων, παρά τις κατά καιρούς δουλείες και παρά τις διώξεις και τις επιβολές αλλότριων ηθών και εθίμων, δεν αναμείχτηκαν με αυτά, αλλά παρέμειναν ως τις μέρες μας άσβεστοι και αναλλοίωτοι.
Έτσι και σήμερα, δυόμισι σχεδόν αιώνες από τις διαπιστώσεις των Δημητριέων, στο λόφο της Γορίτσας συντελείται ακριβώς το ίδιο θρησκευτικό θαύμα και συνεχίζονται οι ίδιες, απαράλλαχτες θρησκευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν της Παναγίας, κάθε Παρασκευή της Διακαινησίμου, κάθε πρώτη, δηλαδή, Παρασκευή μετά το Πάσχα. "Οπου -όπως ακριβώς λένε κ' οι Δημητριείς- μαζώνονται ακόμη απ' όλους τους μαχαλάδες της Ιωλκού (Άνω Βόλο, απ' όπου μάλιστα ξεκινά κ' η πομπή της Ιερής Εικόνας, Ανακασιά, Άγιο Ονούφριο), αλλά κι από την Άλλη Μεριά (τον πάλαι ποτέ τέταρτο οικισμό του Δήμου), την Πορταριά, την Μακρινίτσα, όλο το Πήλιο, το Βόλο και τα χωριά και τις πόλεις ακόμη της λοιπής Θεσσαλίας.
Με την ίδια ιερή ευλάβεια, που και ο Γερμανός Depping θα σημειώσει στις εντυπώσεις του (1828), "διελθών, όπως λέει ο Τσοποτός, εκ του λιμένος του Βόλου, επί Τουρκοκρατίας, προ της ιδρύσεως της πόλεως του Βόλου", "κατά τα πανηγύρεις τελείται αυτόθι η Θεία Λειτουργία κατά την συνήθειαν των Ανατολιτών εις το ύπαιθρον, πλησίον μιας πηγής, ήτις κατά πάσαν πιθανότητα εθεωρείτο υπό των αρχαίων Θεσσαλών ως καθηγιασμένη".
Κατά την παράδοσιν, το αγίασμα αναβλύζει μόνον την ημέραν αυτήν (δηλαδή της εορτής της Ζωοδόχου Πηγής) και ακόμη και σήμερα την ημέρα της πανηγύρεως συρρέουν πλήθη πιστών στο ναϊδριο για τη μέθεξη στις λατρευτικές εκδηλώσεις και για τη λήψη του καθαγιασμένου ύδατος.